Οι διατυμπανιζόμενος «εκσυγχρονισμός» του πανεπιστημίου εξετάζεται πάντοτε υπό το πρίσμα του διαλεκτικού σχήματος τριών αλληλεπιδρουσών ενοτήτων: οικονομία, γνώση και εξουσία. Με την πρώτη έχουμε ήδη ασχοληθεί την περασμένη εβδομάδα. Όσον αφορά στη γνώση, η Ανώτατη Εκπαίδευση διέπεται σήμερα από δύο συγγενικά συστήματα, που το καθένα κερδίζει την αποτελεσματικότητά του από το ζευγάρωμά του με την εξουσία. Το πρώτο βασίζεται στις οικονομικές και λογιστικές θεωρήσεις και το δεύτερο στη διαχείριση ή ξενοπρόφερτα μάνατζμεντ. Η εξειδίκευση του μάνατζμεντ έχει διαδοθεί πολύ, αν και ουσιαστικά έχει δραπετεύσει από τον εξονυχιστικό διανοητικό έλεγχο. Η γλώσσα του μάνατζμεντ είναι τόσο παγκόσμια όσο και εκείνη του οικονομικού ορθολογισμού, υστερεί όμως σε σκεπτικισμό και υπερέχει σε προτροπές. Και η νεοκλασική οικονομική και το μάνατζμεντ διακηρύσσουν τη μια μοναδική «αλήθεια», ή τη μοναδική «καλύτερη πρακτική», έστω και αν οι όροι αυτοί είναι ιδιότυποι και συνεχώς μεταβαλλόμενοι. Όταν όμως αυτοί οι τομείς γνώσης προσπαθούν να παραγάγουν σοβαρές παρατηρήσεις και χρήσιμεςενοράσεις, πράγμα απαραίτητο για να διατηρηθούν ως επιστήμες, τότε ωθούν μόνοι τους, τα ίδια τους τα κανονιστικά όρια και να στερούνται κατάλληλων εργαλείων για κριτικό αυτοέλεγχο.Τα παραπάνω συστήματα γνώσης αλληλοσυνδέονται μέσω των αλλαγών στις σχέσεις εξουσίας που δομούν την ανώτατη παιδεία (εξ ου και οι διάφοροι Νόμοι-πλαίσια).
Η επικρατούσα τάση κλειδί για αλλαγές,αν και δεν λειτουργεί ανεξάρτητα, είναι η θεμελίωση δίδυμων συστημάτων εκσυγχρονισμένου διοικητικού ελέγχου και στην κυβέρνηση και στα ιδρύματα. Αυτά τα διπλά συστήματα θα λειτουργούν όπως και η σχέση μεταξύ των κεντρικών και περιφερειακών μάνατζερς μιας πολυεθνικής εταιρείας, και θα αλληλοενισχύονται, βασισμένα σε κοινούς τύπους από τη Βορειοατλαντική βιβλιογραφία του μάνατζμεντ. Η άμεση ευθύνη προς την κυβέρνηση διαμορφώνει την εσωτερική ζωή του πανεπιστημίου, ενώ το Ίδρυματος κυρώσεων και αναφορών. Όμως,ο κύριος μηχανισμός ελέγχου θα είναι η «εξ’ αποστάσεως καθοδήγηση» όπου η πανεπιστημιακή διοίκηση κάνει αυτά που θέλει η κυβέρνηση, εθελουσίως και προς όφελός της. Οι μηχανισμοί ανταγωνισμού για τη διανομή των κονδυλίων για ειδικά προγράμματα ή για έρευνα αναγκάζουν ήδη τα πανεπιστήμια να προσαρμόζουν τις προτάσεις τους στα «κριτήρια επιλογής».
Οι ακαδημαϊκοί δάσκαλοι και οι διοικήσεις των πανεπιστημίων έχουν φυσικά δυνατότητα να μη συμμορφωθούν προς τις απαιτήσεις αλλάτότε θα χαθούν χρήμα είναι έξυπνη κίνηση για τη σταδιοδρομία τους. Έτσι τα πανεπιστήμια εξαναγκάζονται σε συμμόρφωση με μια ολόκληρη κλίμακα κυβερνητικής πολιτικής, τυποποιώντας ταυτόχρονα τη λειτουργία μιας ανταγωνιστικής αγοράς σε εθνικό επίπεδο.Για παράδειγμα, η Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά και οι εθνικές κυβερνήσεις εφαρμόζουν την ανταγωνιστική κατανομή των κονδυλίων έρευνας με «κανόνες του παιχνιδιού», που ελέγχονται από κεντρικές υπηρεσίες. Έτσι μετατοπίζονται από την ανοιχτή, βασική έρευνα σε προβλέψιμες μελέτες χαμηλότερου κινδύνου, κυρίως σε εφαρμοσμένη έρευνα, με περιορισμένο και προκαθορισμένο χρονοδιάγραμμα.
Η προκύπτουσα απώλεια επιλογών και ποικιλίας είναι μεν αδιόρατη αλλά πιθανότατα σημαντική. Επιπλέον η υποβάθμιση της βασικής έρευνας κλονίζει τα θεμέλια της μελλοντικής εφαρμοσμένης, ενώ ο πειρασμός του χρήματος δημιουργεί τα γνωστά φαινόμενα των καθηγητικών «εταιρειών μαϊμούδων», θέτει σε κίνδυνο τη διδασκαλία και σε έντονη αμφισβήτηση τα ηθικά πρότυπα που ο πανεπιστημιακός δάσκαλος υποχρεούται να προβάλλει. Η υποταγή (γιατί για υποταγή πρόκειται)του πανεπιστημίου στις ανάγκες της Κατευθυνόμενης Έρευνας - με αποκορύφωμα το αμερικάνικο πρότυπο αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό δείγμα θυσίας της πανεπιστημιακής ιδέας στο βωμό μιας αμφισβητούμενης κοινωνικής ευημερίας (τα κακά παραπροϊόντα της οποίας δεν είναι ασήμαντα: ναρκωτικά, ανεργία, κοινωνικός αναβρασμός, αβεβαιότητα για το μέλλον, περιβαλλοντικές επιπτώσεις και άλλα πολλά). Φαίνεται σαν το πανεπιστήμιο να έχει απολέσει τόσο τον προσανατολισμό του, όσο και το δικαίωμά του να καθορίζει αυτοδύναμα τη δική του την κατεύθυνση μέσα στη γενικότερη πορεία του κοινωνικού συνόλου. Γίνεται έτσι το πανεπιστήμιο εξάρτημα και όργανο επί πληρωμή Κέντρων Απόφασης που συχνά βρίσκονται έξω από τους «νόμιμους εκφραστές» του κοινωνικού συνόλου.
Όπως αναφέρουν ο Foucault και οι αναλυτές της κυβερνητικής αυτοί οι έμμεσοι καθοδηγητικοί μηχανισμοί είναι, σήμερα,τυπικοί εκφραστές των σχέσεων εξουσίας. Είναι δε αποτελεσματικοί ακριβώς γιατί όσοι ελέγχονται διατηρούν μια μορφή αυτονομίας για τους εαυτούς τους. Η οικειοθελής συμμόρφωση είναι πολύ αποτελεσματικός τρόπος ελέγχου σε σύγκριση με το νόμο. Διατηρείται έτσι η αυτονομία του πανεπιστημίου και κάποια συνέχεια με την παράδοση, ενώ η ελευθερία του μετατρέπεται σε ένα από τα εργαλεία της κυβέρνησης. Αν εφαρμοσθούν οι παραπάνω «εκσυγχρονισμοί» σε κάθε χώρα, θα οδηγήσουν σε ακριβώς ίδια πανεπιστήμια, στις ίδιες κουλτούρες, στα ίδια πλαίσια πολιτικής και στα ίδια προβλήματα. Αυτή η ομοιομορφία είναι που τρομάζει. Δείχνει την ορθόδοξη φιλελεύθερη παραδοχή για το συμβιβασμό μεταξύ συγκεντρωτισμού και αποκέντρωσης. Ο βαθμός του άμεσου ελέγχου ή και παρέμβασης δεν είναι ο αποφασιστικός παράγων. Τα συστήματα ελέγχου που χρησιμοποιούνται από τις κυβερνήσεις και τις διοικήσεις των πανεπιστημίων (όπως και εκείνα των πολυεθνικών εταιρειών) είναι ευέλικτα γύρω από τον άξονα συγκεντρωτισμού - αποκέντρωσης.
Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει σφιχτός κεντρικός έλεγχος των πόρων και των στόχων της πολιτικής, ενώ ο Υπουργός οικοδομεί τηνπαρέμβασή του. Υπάρχει αποκεντρωμένη ευθύνη στα πανεπιστήμια για τις εκπαιδευτικές αποφάσεις (συνεχώς με λιγότερα μέσα φυσικά) αλλά ο έλεγχος των εξωτερικών ορίων του τι διδάσκεται και ερευνάται δηλαδή ο πιο σπουδαίος έλεγχος επί του ορισμού του προϊόντος μεταβιβάζεται προς τα πάνω. Έτσι η αυξημένη αποκέντρωση σ’ ένα αυτοδιοικούμενο ίδρυμα πηγαίνει χέρι-χέρι με το σφιχτότερο κεντρικό έλεγχο. Η πολιτική της ανώτατης παιδείας είναι κλασσικά φιλελεύθερη και υπνωτίζεται από τη μονοδιάστατη ανάγνωση του ζητήματος της αυτονομίας και γι’ αυτό ακριβώς χρειάζεται προσοχή. Οι αρχές του μάνατζμεντ οργανώνονται και διαχέονται προς τα κάτω, στα Τμήματα και τους Τομείς, όπως συμβαίνει και στους ιδιωτικούς οργανισμούς. Τα δελτία παροχής υπηρεσιών και οι συμβάσεις εργασίας σπάνε την παραδοσιακή πανεπιστημιακή τάση για μονιμότητα, ενώ οι θεσμοί της μερικής απασχόλησης βαθμιαία διαβρώνουν τους πανεπιστημιακούς θεσμούς. Είναι αυτή η διαδικασία τυποποίησης που,υποστηριζόμενη από δομές της εξουσίας, οδηγεί ως αποτέλεσμα στο παγκόσμιο επιχειρηματικό πανεπιστήμιο. Και εκεί έγκειται το πρόβλημα. Δεν είναι δηλαδή πρόβλημα η κυβερνητική παρέμβαση αφ’ εαυτής ούτε οι διεθνείς σχέσεις, που όλοι άλλωστε τις υποστηρίζουμε. Είναι ο τυποποιημένος χαρακτήρας της διεθνοποίησης, η αύξουσα τάση για πολιτισμική ομοιογένεια, που κινείται από την εξουσία και παίρνει τα πρότυπά της από τις αγορές και τις αξίες της.
Έρχεται λοιπόν στο πανεπιστήμιο ένα είδος «πειθαναγκαστικής» επιβολής της εξουσίας με κίνητρα και συναίνεση. Μηχανισμός που αλλοιώνει τις συμβατικές σχέσεις, συχνά αλλοτριώνει το άτομο και χρειάζεται γι’ αυτό ιδιαίτερη προσοχή.
Νίκου Μαρκάτου Προέδρου Σχολής Χημικών Μηχανικών ΕΜΠ π. Πρύτανη
Πηγή: Εφημερίδα weekend x-press |